Κατά την διάρκεια εγκυμοσύνης, το αυξημένο βάρος και η πίεση που ασκείται από το μωρό, μπορούν να αδυνατίσουν τους μύες του πυελικού εδάφους, οι οποίοι επηρεάζουν την ικανότητα ελέγχου της κύστης. Κάποιες φορές, μπορεί να δημιουργηθεί πρόβλημα αν η θέση της κύστης και της ουρήθρας αλλάξει εξαιτίας της θέσης του μωρού. Επιπλέον, η εγκυμοσύνη και ο τοκετός μπορούν έως και να βλάψουν τα νεύρα που ελέγχουν την κύστη.
Μετά τον τοκετό, η ακράτεια ούρων συχνά υποχωρεί από μόνη της. Ωστόσο, αν μετά το πέρας 6 εβδομάδων από τον τοκετό συνεχίζεται η ακράτεια, θα πρέπει ο ιατρός να εξετάσει την κατάσταση. Τα προβλήματα ακράτειας ωστόσο, δεν εμφανίζονται πάντα αμέσως μετά τον τοκετό και σε κάποιες γυναίκες εμφανίζονται όταν φτάσουν την ηλικία των 40.
Η εμμηνόπαυση (όταν σταματήσει η έμμηνος ρύση) μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα ελέγχου της κύστης. Τα οιστρογόνα ελέγχουν την ωρίμανση του σώματος, την έμμηνο ρύση, τις αλλαγές στο σώμα κατά την περίοδο και τον θηλασμό. Επίσης, βοηθούν ώστε τα τοιχώματα της κύστης και της ουρήθρας να διατηρούνται υγιή. Κατά την εμμηνόπαυση όμως, μειώνονται οι ποσότητες οιστρογόνων στο σώμα και η μείωση αυτή των οιστρογόνων μπορεί να κάνει τους μύες που ελέγχουν την κύστη σιγά-σιγά να ατροφήσουν.