Πολλές θεραπευτικές επιλογές είναι διαθέσιμες σήμερα για την αντιμετώπιση της στυτικής δυσλειτουργίας. Αυτές μπορεί να είναι φαρμακευτικές, ψυχοκοινωνικές ή χειρουργικές. Η επιλογή της κατάλληλης θεραπευτικής επιλογής σε κάθε ασθενή πρέπει να βασίζεται στην προσεκτική ανάλυση των αναγκών και προτιμήσεων των ασθενών από τη σεξουαλική τους ζωή. Η επιλογή αυτή επηρεάζεται σημαντικά από προσωπικούς, πολιτισμικούς, θρησκευτικούς και οικονομικούς παράγοντες. Οι ασθενείς αλλά και οι σύντροφοι τους πρέπει να ενημερωθούν για όλες τις διαθέσιμες θεραπευτικές δυνατότητες όσον αφορά τα αποτελέσματα και τις ανεπιθύμητες ενέργειες που τις συνοδεύουν.
Το πρώτο βήμα στη θεραπευτική αντιμετώπιση είναι η αναγνώριση των παραγόντων κινδύνου και η τροποποίηση τους αν είναι δυνατόν. Αυτοί περιλαμβάνουν όλους τους γνωστούς αγγειακούς παράγοντες κινδύνου όπως είναι ο διαβήτης, η υπερχοληστερολαιμία, το κάπνισμα, η υπέρταση και η έλλειψη άσκησης. Πολλές φορές είναι δυνατή η αντιμετώπιση του προβλήματος μόνο με την τροποποίηση των παραγόντων αυτών. Επιπλέον όμως σε κάθε περίπτωση, η τροποποίηση των παραγόντων αυτών θα βοηθήσει στη σταθεροποίηση της πάθησης και στην αποφυγή μελλοντικής επιδείνωσης.
Το δεύτερο βήμα είναι η αναγνώριση των αιτίων της στυτικής δυσλειτουργίας που μπορούν να αντιμετωπιστούν με την εφαρμογή εξειδικευμένης αντιμετώπισης με σκοπό την ίαση. Αυτά τα αίτια αφορούν σαφώς τη μειονότητα των ασθενών και περιλαμβάνουν τα αμιγώς ψυχογενή αίτια, τις ενδοκρινοπάθειες και τη μετατραυματική αρτηριακή απόφραξη σε νέους ασθενείς.
Τα ψυχογενή αίτια μπορούν να αντιμετωπιστούν με την εφαρμογή της κατάλληλης ψυχοθεραπευτικής αντιμετώπισης. Τα ενδοκρινικά αίτια αφορούν κυρίως τον υπογοναδισμό (αντιμετώπιση με συμπληρωματική χορήγηση τεστοστερόνης) και την υπερπρολακτιναιμία (αντιμετώπιση φαρμακευτική ή χειρουργική). Η μετατραυματική απόφραξη των σηραγγωδών σωμάτων σε νέους ασθενείς (<40 ετών) αντιμετωπίζεται με χειρουργική επέμβαση επαναγγείωσης του πέους από την κάτω επιγάστρια αρτηρία)
Η συντριπτική πλειονότητα των ασθενών θα αντιμετωπιστεί με την εφαρμογή μη ειδικής αντιμετώπισης, φαρμακευτικής, μηχανικής ή χειρουργικής με βάση τις αρχές που αναφέρθηκαν ανωτέρω. Η προτεινόμενη θεραπευτική στρατηγική συνοψίζεται στην εικόνα 1. Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται όταν πρόκειται να αντιμετωπιστούν ασθενείς με καρδιοαγγειακά νοσήματα. Ο κίνδυνος αφορά τη σεξουαλική επαφή και όχι την εφαρμοζόμενη θεραπευτική αγωγή. Έτσι είναι απαραίτητο να αναγνωριστούν οι περιπτώσεις εκείνες που απαιτούν καρδιολογική εκτίμηση πριν την έναρξη της σεξουαλικής δραστηριότητας. Για το σκοπό αυτό έχουν διατυπωθεί σαφείς οδηγίες (2nd Princeton Consensus Conference) που διαχωρίζουν τους ασθενείς σε χαμηλού, ενδιάμεσου και υψηλού κινδύνου για σεξουαλική δραστηριότητα (πίνακας 1). Οι ασθενείς χαμηλού κινδύνου μπορούν να ξεκινήσουν σεξουαλική δραστηριότητα, οι υψηλού κινδύνου έχουν πλήρη αντένδειξη μέχρι την αντιμετώπιση του προβλήματος ενώ οι ενδιαμέσου κινδύνου πρέπει να εκτιμηθούν από καρδιολόγο (εικόνα 2).